«Σκάει ο τζίτζικας», λέμε στην Ελλάδα όταν η ζέστη γίνεται αφόρητη. Η λαϊκή έκφραση δεν είναι τυχαίο ότι επιστρατεύει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα του ελληνικού καλοκαιριού. Στην πραγματικότητα, όμως, ο τζίτζικας όχι μόνο δεν «σκάει» εύκολα από τη ζέστη, αλλά είναι εξαιρετικά προσαρμοσμένος σε αυτήν.
Το Cicada orni, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη της Μεσογείου και της Ελλάδας, μπορεί ακόμη και να ρυθμίζει συμπεριφορικά τη θερμοκρασία του σώματός του, μετακινούμενο μεταξύ ήλιου και σκιάς. Καθώς όμως τα καλοκαίρια γίνονται θερμότερα και τα μεσογειακά οικοσυστήματα αλλάζουν, ένα διαφορετικό ερώτημα αποκτά ενδιαφέρον: μπορεί η κλιματική αλλαγή να αλλάξει το πότε, το πού και για πόσο ακούμε το γνώριμο τραγούδι των τζιτζικιών;
Τα τζιτζίκια που ακούμε στην Ελλάδα δεν είναι ίδια με εκείνα της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας ή τα περίφημα Magicicada της Βόρειας Αμερικής. Υπάρχουν χιλιάδες είδη παγκοσμίως, το καθένα με το δικό του χαρακτηριστικό τραγούδι. Η σταδιακή θέρμανση του κλίματος φαίνεται ότι ανοίγει νέες περιοχές για ορισμένα θερμόφιλα είδη τζιτζικιών. Στην Ιαπωνία έχει ήδη καταγραφεί βορειότερη εξάπλωση του Cryptotympana facialis, ενώ στην Ευρώπη μεσογειακά είδη, όπως το Cicada orni, εμφανίζονται μέχρι τις θερμότερες περιοχές της βόρειας Ισπανίας και μελετάται η δυνατότητα περαιτέρω επέκτασής τους καθώς το κλίμα θερμαίνεται. Αντίστοιχα, στη Βόρεια Αμερική παρακολουθούνται μεταβολές στην κατανομή και τη φαινολογία διαφορετικών ειδών τζιτζικιών.
Στη Μεσόγειο ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη είναι το Cicada orni. Όπως και στα άλλα τζιτζίκια, τα αρσενικά παράγουν τον ήχο τους με ειδικές μεμβράνες στην κοιλιά, τα λεγόμενα tymbals, και το τραγούδι χρησιμοποιείται κυρίως για την προσέλκυση των θηλυκών.
Η θερμοκρασία παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή την ακουστική δραστηριότητα. Πειράματα σε μεσογειακά είδη έχουν δείξει ότι παράμετροι του τραγουδιού, όπως ο ρυθμός και η διάρκεια των ηχητικών παλμών, μπορούν να μεταβάλλονται με τη θερμοκρασία. Στο Cicada orni έχει επίσης παρατηρηθεί συμπεριφορική θερμορρύθμιση, ώστε το έντομο να διατηρεί κατάλληλη θερμοκρασία σώματος για να τραγουδήσει.
Η κλιματική αλλαγή όμως μπορεί να επηρεάζει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: πότε αρχίζει το τραγούδι.
Μακροχρόνιες παρατηρήσεις του Graptopsaltria nigrofuscata στην Ιαπωνία έδειξαν ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες συνδέονται με πρωιμότερη πρώτη εμφάνιση των αρσενικών και, επομένως, πρωιμότερο πρώτο τραγούδι. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα της Ιαπωνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας και παρατηρήσεις πολιτών και διαπίστωσαν ότι η μακροχρόνια μεταβολή της θερμοκρασίας μπορούσε να εξηγήσει μέρος της αλλαγής στη φαινολογία του είδους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί το ίδιο για τα ελληνικά τζιτζίκια. Τα είδη είναι διαφορετικά και για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αντίστοιχες μακροχρόνιες σειρές παρατηρήσεων.
Καθώς τα ελληνικά καλοκαίρια γίνονται θερμότερα, αρχίζουν τα τζιτζίκια να τραγουδούν νωρίτερα; Διαρκεί περισσότερο η περίοδος δραστηριότητάς τους; Μεταβάλλεται η εξάπλωση των διαφορετικών ειδών; Η άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να οδηγήσει σε πρωιμότερη εμφάνιση των ενηλίκων, ενώ δυνητικά μπορεί να επηρεάσει και το τέλος της περιόδου δραστηριότητας. Για το τελευταίο, ωστόσο, υπάρχουν λιγότερα δεδομένα και δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν η θέρμανση οδηγεί γενικά σε μεγαλύτερη περίοδο τραγουδιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα έχει και η σχέση των τζιτζικιών με τις δασικές πυρκαγιές. Το Cicada orni, ένα από τα χαρακτηριστικότερα είδη της Μεσογείου, μπορεί να εμφανίζει πολύ μεγάλες πυκνότητες σε πευκοδάση και ελαιώνες, ενώ οι νύμφες του περνούν χρόνια κάτω από το έδαφος τρεφόμενες από τα υγρά των ριζών. Μελέτες σε καμένα μεσογειακά δάση της Ιβηρικής δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της φωτιάς μπορεί επομένως να εμφανιστούν με καθυστέρηση, καθώς ο θάνατος των δέντρων και η σταδιακή υποβάθμιση του ριζικού τους συστήματος περιορίζουν τις διαθέσιμες πηγές τροφής, ενώ η επιβίωση άκαυτων νησίδων και η αναγέννηση της βλάστησης μπορούν να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των πληθυσμών.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα και ειδικά στην Αττική, όπου οι επαναλαμβανόμενες μεγάλες πυρκαγιές έχουν καταστρέψει εκτεταμένες εκτάσεις πευκοδάσους. Δεν υπάρχουν ακόμη δεδομένα που να ποσοτικοποιούν την επίδρασή τους στους τοπικούς πληθυσμούς τζιτζικιών, όμως η διεθνής εμπειρία θέτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: μαζί με το τοπίο και τη βλάστηση, μήπως οι μεγάλες πυρκαγιές αλλάζουν σταδιακά και έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ήχους του ελληνικού καλοκαιριού;
Για να απαντήσουμε χρειάζονται συστηματικές παρατηρήσεις. Ίσως λοιπόν ένας από τους πιο γνώριμους ήχους του ελληνικού καλοκαιριού να μπορεί να γίνει και ένας απλός βιολογικός δείκτης του κλίματος που αλλάζει.
Πηγές:
ScienceDirect
Taylor & Francis
Teikyo University
Journal of Insect Science
Royal Entomological Society
European Journal of Entomology