Άρθρο του Δρ. Ιωάννη Ζευγώλη, Καθηγητή Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Τα νησιωτικά πευκοδάση της Μεσογείου εντάσσονται σε μια κλιματικά και βιογεωγραφικά μεταβατική ζώνη, όπου η εντεινόμενη θερμική και υδατική καταπόνηση αλληλεπιδρώντας με βιοτικούς παράγοντες, μεταβάλλουν τη χωρική κατανομή και την ένταση των διαταραχών, επηρεάζοντας τη δομή και τη λειτουργία τους. Βιοτικοί παράγοντες, όπως τα φλοιοφάγα έντομα, αποτελούν ενδογενείς συνιστώσες των δασικών οικοσυστημάτων, με την πληθυσμιακή τους δυναμική να συνεισφέρει στην έκταση και την ένταση της θνησιμότητας των δέντρων. Υπό μέσες περιβαλλοντικές συνθήκες, οι πληθυσμοί τους διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα και προσβάλλουν κυρίως εξασθενημένα άτομα, συμβάλλοντας στη φυσική ανανέωση της συστάδας. Ωστόσο, όταν η φυσιολογική κατάσταση των δέντρων μειώνεται λόγω μεταβολής των κλιματικών συνθηκών, οι πληθυσμοί των φλοιοφάγων μπορούν να αυξηθούν ταχύτατα, οδηγώντας σε επεισόδια εκτεταμένης θνησιμότητας.
Μια τέτοια περίπτωση παρατηρήθηκε στη Λέσβο κατά την περίοδο 2021–2022, όταν καταγράφηκε εκτεταμένη θνησιμότητα της τραχείας πεύκης (Pinus brutia), η οποία συνδέθηκε με πληθυσμιακή έξαρση φλοιοφάγων εντόμων. Για τη συστηματική διερεύνηση του φαινομένου, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Τμήμα Περιβάλλοντος), το Πανεπιστήμιο Πατρών (Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας) και από τον ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ (Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών), ανέπτυξαν ένα ολοκληρωμένο αναλυτικό πλαίσιο μελέτης που συνδύασε δεδομένα τηλεπισκόπησης, επιτόπια τεκμηρίωση και χωρικές στατιστικές αναλύσεις.

Συνολικά καταγράφηκαν 1.707 προσβεβλημένα δέντρα μέσω συστηματικών επιτόπιων δειγματοληψιών, ενώ παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν φασματικοί δείκτες βλάστησης για την αποτύπωση των χωρικών προτύπων θνησιμότητας σε επίπεδο τοπίου. Οι χωρικές αναλύσεις έδειξαν ότι η θνησιμότητα δεν κατανέμεται τυχαία ούτε ομοιόμορφα στο τοπίο, αλλά οργανώνεται σε στατιστικά σημαντικές περιοχές-πυρήνες, ενώ η ανάπτυξη προγνωστικού μοντέλου εκτίμησης της προβλεπόμενης πιθανότητας θνησιμότητας δέντρων, ανέδειξε ότι η ένταση της προσβολής συνδέεται με τη δομή των δασικών συστάδων, την ένταση της ξηρασίας, το αυξημένο θερμικό φορτίο και το μικρό βάθος εδάφους.

Πιθανότητας εντομογενούς θνησιμότητας δέντρων στα πευκοδάση της Λέσβου. Οι θερμότερες χρωματικές αποχρώσεις υποδηλώνουν υψηλότερο προβλεπόμενο κίνδυνο θνησιμότητας, ενώ οι ψυχρότερες αποχρώσεις αντιστοιχούν σε περιοχές χαμηλότερης ευπάθειας.
Τα ευρήματα αυτά δείχνουν οι παρατηρούμενες κλιματικές μεταβολές λειτουργούν ως παράγοντας που μεταβάλλει το ισοζύγιο μεταξύ της αμυντικής ικανότητας των δέντρων και της δραστηριότητας των εντόμων. Η αύξηση της θερμοκρασίας και η συχνότερη εμφάνιση περιόδων υδατικού στρες μειώνουν τη ανθεκτικότητα των δασικών συστάδων, ενώ παράλληλα δημιουργούν ευνοϊκότερες συνθήκες για τα έντομα. Η κατανόηση τέτοιων φαινομένων αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την έγκαιρη αναγνώριση περιοχών αυξημένης ευπάθειας και για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων.
Η παραπάνω έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Environmental Impact Assessment Review (Elsevier)», είναι ανοιχτής πρόσβασης και μπορεί να αναζητηθεί στον σύνδεσμο: https://doi.org/10.1016/j.eiar.2026.108381