Ο Εμανουέλ Μακρόν επέλεξε το βήμα του 2ου Nuclear Energy Summit στο Παρίσι για να παρουσιάσει την πυρηνική ενέργεια ως απάντηση στην ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα και την κλιματική κρίση. Πίσω από αυτή την πολιτική αφήγηση κρύβονται κρίσιμες αλήθειες καθώς υποβαθμίζει τις πραγματικές εκπομπές του πλήρους κύκλου ζωής της πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής, αποσιωπά τις σοβαρές πιέσεις που ασκεί στα ύδατα, και μεταβιβάζει την εξάρτηση της ηπείρου σε πρώτες ύλες.
Η IPCC δίνει παγκόσμια διάμεση τιμή 12 gCO₂-eq/kWh για την πυρηνική σε πλήρη ανάλυση κύκλου ζωής, με την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο να είναι περίπου 40 φορές πιο ρυπογόνα. Για τη γαλλική πυρηνική ενέργεια, οι σχετικές αναλύσεις κατεβαίνουν περίπου στα 4–6 gCO₂-eq/kWh, ακριβώς επειδή τα ανάντη στάδια τροφοδοτούνται ήδη από πολύ αποανθρακοποιημένο ηλεκτρικό μίγμα. Άρα η γαλλική πυρηνική είναι επιπρόσθετα χαμηλών εκπομπών λόγω των ΑΠΕ. Από την εξίσωση του Προέδρου όμως αφαιρέθηκε η εξόρυξη ουρανίου, ο εμπλουτισμός, οι κατασκευές, το καύσιμο, τα απόβλητα και η αποξήλωση στο τέλος της ζωής των εργοστασίων που αυξάνουν τις εκπομπές σε πολύ μεγαλύτερα επίπεδα.
Κάτι ακόμη που αφαιρέθηκε σκοπίμως από το αφήγημα είναι το νερό. Στη Γαλλία, σύμφωνα με επίσημη ανάλυση του Haut-commissariat à la stratégie et au plan, το 47% των υδατικών απολήψεων το 2020 συνδεόταν με τον ενεργειακό τομέα, ιδίως λόγω πυρηνικών σταθμών με ανοιχτό κύκλωμα ψύξης. Και το ίδιο το γαλλικό κράτος αναγνωρίζει ότι σε περιόδους ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών οι πυρηνικοί σταθμοί μειώνουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους. Με άλλα λόγια η πυρηνική ενέργεια προκαλεί υδρολογική πίεση.
Και εδώ έρχεται η τρίτη αποσιώπηση: οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο ίδιος ο γαλλικός διαχειριστής RTE είναι σαφής: η κλιματική ουδετερότητα το 2050 είναι αδύνατη χωρίς σημαντική ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενώ για το 2030 χρειάζεται να αναπτυχθούν «όσο το δυνατόν ταχύτερα» οι ώριμες ανανεώσιμες τεχνολογίες. Άρα το κλειδί δεν είναι η πυρηνική ως απάντηση, αλλά η ταχεία ανάπτυξη ΑΠΕ, δικτύων, αποθήκευσης και εξοικονόμησης, με ειλικρίνεια για όλες τις εκπομπές και όλες τις επιπτώσεις. Τέλος, η ρωσική εξάρτηση δεν έχει εξαφανιστεί: παραμένει σε κρίσιμα στάδια της αλυσίδας καυσίμου και ειδικά στην επεξεργασία ανακυκλωμένου ουρανίου. Επομένως, το αφήγημα περί πλήρους πυρηνικής “κυριαρχίας” είναι υπερβολικό.
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη αποσιώπηση: το κόστος και η καθυστέρηση. Τα νέα πυρηνικά δεν είναι λύση άμεσης απόδοσης, αλλά έργα πανάκριβα, αργά και υψηλού ρίσκου. Ακόμη και στη Γαλλία, ο πρώτος νέος πυρηνικός αντιδραστήρας δεν αναμένεται πριν από το 2038, δηλαδή σε μια χρονική στιγμή όπου η ενεργειακή μετάβαση θα έπρεπε ήδη να έχει προχωρήσει αποφασιστικά με ΑΠΕ, αποθήκευση και νέα δίκτυα. Με άλλα λόγια, η πυρηνική υπόσχεση σήμερα κινδυνεύει να φτάσει όταν πλέον δεν θα είναι αυτή που θα κρίνει τη μάχη της απανθρακοποίησης.
Οι δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο ίδιο συνέδριο αναδεικνύουν μια πολιτική αντίφαση. Από τη μία αναγνωρίζει ότι οι ΑΠΕ ήδη στηρίζουν την ελληνική ηλεκτροπαραγωγή, μειώνουν τις τιμές και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια. Από την άλλη ανοίγει τώρα τη συζήτηση για την εξαιρετικά ακριβή πυρηνική ενέργεια, ενώ προωθεί ταυτόχρονα εξορύξεις υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενο LNG. Αυτό συνιστά ένα αντιφατικό ενεργειακό μείγμα που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα: και ορυκτά καύσιμα, και πυρηνικά, και ΑΠΕ. Και τελικά, το κόστος αυτής της αντίφασης μετακυλίεται στους πολίτες και στο περιβάλλον.