Μία από τις πιο κρίσιμες και λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι η μείωση της ικανότητας των ωκεανών να απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα. Για να παρατηρήσετε και να κατανοήσετε αυτό το φαινόμενο, αρκεί ένα απλό πείραμα στο σπίτι με δύο κουτάκια μπύρα. Σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα σαν τη σημερινή, βγάλτε το ένα κουτάκι έξω στον ήλιο και τοποθετήστε το άλλο στο ψυγείο. Μετά από 1-2 ώρες, ανοίξτε και τα δύο κουτάκια. Θα παρατηρήσετε ότι η ζεστή μπύρα θα αφρίσει απότομα και θα ξεχειλίσει, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος από το ανθρακικό της (διοξείδιο του άνθρακα), ενώ η κρύα θα ανοίξει με ένα απαλό, ήσυχο «πφφτ».
Ο λόγος είναι ότι τα αέρια, όπως το διοξείδιο του άνθρακα, διαλύονται πολύ καλύτερα στα κρύα υγρά παρά στα ζεστά. Μέσα στην παγωμένη μπύρα από το ψυγείο, τα μόρια του διοξειδίου του άνθρακα συγκρατούνται σταθερά από το κρύο υγρό. Όταν όμως η μπύρα ζεσταίνεται, η κινητική ενέργεια των μορίων του διοξειδίου του άνθρακα αυξάνεται, επιτρέποντάς τους να υπερνικήσουν τις διαμοριακές δυνάμεις του νερού και να αποδεσμευτούν, σχηματίζοντας φυσαλίδες που διαφεύγουν στον αέρα.
Ακριβώς η ίδια αρχή ισχύει και για τους ωκεανούς μας σε παγκόσμια κλίμακα και αποτελεί τη βάση μιας από τις σοβαρότερες προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το μέλλον των ωκεανών μας και το κλίμα του πλανήτη. Να θυμήσουμε ότι αυτή τη στιγμή οι ωκεανοί κάνουν μια τεράστια χάρη στην ανθρωπότητα και λειτουργούν σαν «σφουγγάρι», απορροφώντας περίπου το 30% του διοξειδίου που εκλύεται από την καύση ορυκτών καυσίμων. Χωρίς αυτή την διεργασία, η ατμόσφαιρα της Γης θα είχε θερμανθεί σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό.
Όμως, καθώς οι ωκεανοί συνεχίζουν να θερμαίνονται, χάνουν σταδιακά τη φυσική τους ικανότητα να διαλύουν και να συγκρατούν το διοξείδιο του άνθρακα, όπως έγινε και με την μπύρα στο πείραμά μας. Στην περίπτωση των ωκεανών, υπάρχει και μια δεύτερη διεργασία σε λειτουργία κατά την υπερθέρμανση του πλανήτη. Το ζεστό νερό είναι πιο ελαφρύ από το κρύο και έτσι ενισχύεται η στρωμάτωση του ωκεανού και δημιουργείται ένα αρκετά ζεστό επιφανειακό στρώμα. Συνδυαστικά λοιπόν, η θέρμανση του επιφανειακού στρώματος και η έλλειψη ανάμειξης με τα βαθύτερα στρώματα, οδηγούν σε επιβράδυνση της απορρόφησης διοξειδίου.
Αν οι ωκεανοί ζεσταθούν υπερβολικά, θα σταματήσουν να απορροφούν το πλεονάζον διοξείδιο του άνθρακα. Ακόμη χειρότερα, αν ξεπεράσουν ένα κρίσιμο όριο, θα αρχίσουν να εκλύουν το αποθηκευμένο διοξείδιο πίσω στην ατμόσφαιρα. Γνωρίζουμε ότι αυτό μπορεί να συμβεί, όχι μόνο από την θεωρία και τα κλιματικά μοντέλα, αλλά και επειδή έχει ξανασυμβεί. Τα δεδομένα από τους πάγους της Ανταρκτικής δείχνουν ότι στο παρελθόν, όταν μικρές αλλαγές στην τροχιά της Γης προκάλεσαν μια αρχική θέρμανση στον πλανήτη, οι ωκεανοί ανταποκρίθηκαν απελευθερώνοντας διοξείδιο του άνθρακα, γεγονός που, μαζί με άλλες φυσικές διεργασίες, λειτούργησε ενισχυτικά, οδηγώντας σε περαιτέρω θέρμανση.
Όπως λοιπόν δεν μας αρέσει μια ξεθυμασμένη μπύρα, δεν θα μας αρέσει καθόλου και ένας «ξεθυμασμένος» ωκεανός.