Στις ελληνικές θάλασσες ένα ψάρι με ισχυρές σιαγόνες και θανατηφόρες τοξίνες γίνεται κάθε καλοκαίρι ολοένα πιο ορατό. Στα βουνά της ηπειρωτικής χώρας μας, εκτάσεις αιωνόβιων ελατοδασών αλλάζουν χρώμα, από το βαθύ πράσινο στο πορτοκαλί της σκουριάς, και πεθαίνουν αργά. Δύο φαινόμενα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, που όμως μοιράζονται την ίδια βαθύτερη αιτία: ένα κλίμα που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούν να προσαρμοστούν τα οικοσυστήματα.
Ο λαγοκέφαλος και η «τροπικοποίηση» της Μεσογείου
Ο λαγοκέφαλος ζει εδώ και δεκαετίες στη Μεσόγειο. Πρόκειται για λεσεψιανό μετανάστη, δηλαδή είδος που πέρασε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Όπως εξηγεί ο Γιώργος Κατσέλης, καθηγητής του Τμήματος Αλιείας και Υδατοκαλλιεργειών του Πανεπιστημίου Πάτρας, οι πρώτες αισθητές καταγραφές χρονολογούνται στη δεκαετία του 1980, ενώ το είδος έγινε εμφανές για πρώτη φορά στο Ισραήλ γύρω στο 1987 και σταδιακά εξαπλώθηκε σε όλη τη Μεσόγειο.
Δύο παράγοντες άνοιξαν την πόρτα. Ο πρώτος είναι η διαπλάτυνση της Διώρυγας του Σουέζ. Οι αλμυρές λίμνες Little Bitter Lake και Greater Bitter Lake λειτουργούσαν για χρόνια ως φυσικό οικολογικό «φράγμα», καθώς η υψηλή τους αλατότητα εμπόδιζε τα περισσότερα είδη να επιβιώσουν και να περάσουν. Μετά τη διαπλάτυνση της δεκαετίας του 1980, η αλατότητα των λιμνών εξισορροπήθηκε με τη θάλασσα, το φράγμα έσπασε και είδη του Ινδικού Ωκεανού άρχισαν να προωθούνται στη Μεσόγειο.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η κλιματική αλλαγή. Η Μεσόγειος ζεσταίνεται και αποκτά χαρακτηριστικά «τροπικότητας», γεγονός που διευκολύνει την εγκατάσταση θερμόφιλων ξενικών ειδών. Δεν είναι μόνο ο λαγοκέφαλος: στα ελληνικά θαλάσσια οικοσυστήματα έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 250 ξενικά είδη βάσει καταγραφής του 2017, με τον κατάλογο να αυξάνεται διαρκώς. Ανάμεσά τους και το λεοντόψαρο και η αγριόσαλπα, τα οποία όμως είναι βρώσιμα.
Στη ξηρά: τα έλατα της Πελοποννήσου που πεθαίνουν
Την ίδια στιγμή, στα ορεινά της Πελοποννήσου εκτυλίσσεται μια ανάλογη κρίση. Έλληνες ερευνητές καταγράφουν εκτεταμένες εκτάσεις ελατοδασών ξεραίνονται και πεθαίνουν, ακόμη και σε περιοχές που δεν έχουν καεί.
Το ελληνικό έλατο θεωρείται από τα πιο ανθεκτικά δέντρα της χώρας, ικανό να αντέχει ξηρασίες, έντομα και περιοδικές πυρκαγιές. Γι’ αυτό και η εικόνα ξάφνιασε τον Δημήτριο Αβτζή, ανώτερο ερευνητή στο Δασικό Ερευνητικό Ινστιτούτο του ΕΛΓΟ–Δήμητρα, ο οποίος βρέθηκε στην Πελοπόννησο για να καταγράψει τις συνέπειες μιας ανοιξιάτικης πυρκαγιάς. Αντίκρισε εκατοντάδες εκτάρια νεκρών δέντρων, μεγάλο μέρος των οποίων είχε ξεραθεί μέσα στο πράσινο, εκεί όπου η φωτιά δεν είχε καν φτάσει. Η έκταση της ζημιάς ήταν τόσο πρωτοφανής που ο ερευνητής ενημέρωσε άμεσα το Υπουργείο Περιβάλλοντος.
Οι πυρκαγιές, αν και καταστροφικές, δεν αρκούν για να εξηγήσουν το φαινόμενο. Σύμφωνα με το Global Forest Watch, η Ελλάδα έχασε περίπου 200.000 εκτάρια δασών από φωτιές την περίοδο 2001–2024, όμως αυτό που συμβαίνει σήμερα στα ελατοδάση είναι αποτέλεσμα πολλαπλών, αλληλοενισχυόμενων πιέσεων.
Κομβικό ρόλο παίζει η παρατεταμένη ξηρασία, που έχει γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό του ελληνικού κλίματος. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη συνεχή μείωση του χειμερινού χιονιού: μελέτη του Ελληνικού Ορεινού Παρατηρητηρίου Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών και Βιώσιμης Ανάπτυξης και του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών καταγράφει ότι την περίοδο 1991–2020 η χώρα έχανε κατά μέσο όρο 1,5 ημέρα χιονιού ανά έτος, στερώντας από τα δάση μια βασική πηγή σταδιακής υγρασίας.
Εξασθενημένα από την έλλειψη νερού, τα δέντρα γίνονται ευάλωτα σε έναν ακόμη εχθρό: τα σκαθάρια του φλοιού, ιδίως της υποοικογένειας Scolytinae. Τα έντομα εγκαθίστανται κάτω από τον φλοιό και καταστρέφουν τα αγγεία μεταφοράς νερού και θρεπτικών ουσιών. Όταν ο πληθυσμός τους φτάσει σε επίπεδα επιδημίας, ο έλεγχος γίνεται εξαιρετικά δύσκολος. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα: παρόμοιες εξελίξεις καταγράφονται σε χώρες της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, όπως η Ισπανία, γεγονός που δείχνει μια ευρύτερη οικολογική μεταβολή.
Δύο φαινόμενα, μία αιτία
Ο λαγοκέφαλος που εξαπλώνεται σε μια θερμαινόμενη θάλασσα και το έλατο που ξεραίνεται σε μια στεγνή πλαγιά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η κλιματική αλλαγή δεν εκδηλώνεται μόνο ως ακραία καιρικά φαινόμενα· λειτουργεί και ως αργός, διαρθρωτικός μετασχηματισμός των οικοσυστημάτων. Θερμαίνει τα νερά ώστε να φιλοξενούν θερμόφιλους εισβολείς, και ξηραίνει το έδαφος ώστε να γίνεται ξενιστής για επιβλαβή έντομα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είδη που επί δεκαετίες κρατούσαν μια ισορροπία βρίσκονται ξαφνικά εκτεθειμένα.
Τρόποι αντιμετώπισης
Η καλή είδηση είναι ότι σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν είμαστε ανυπεράσπιστοι. Όπως τονίζει ο Δρ. Αβτζής, «δεν υπάρχει χρόνος για απαισιοδοξία· έχουμε τη γνώση και τους επιστήμονες». Το κρίσιμο ζήτημα είναι η εφαρμογή των μέτρων.
Για τη θάλασσα:
Η Κύπρος έχει πρωτοστατήσει στην Ανατολική Μεσόγειο με προγράμματα «επικήρυξης», δηλαδή επιδότησης των αλιέων ώστε να ψαρεύουν στοχευμένα τον λαγοκέφαλο και το λεοντόψαρο, μειώνοντας τον πληθυσμό τους. Στην Ελλάδα, την τελευταία περίοδο του ΕΣΠΑ έχουν εκπονηθεί αντίστοιχα προγράμματα για την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, όπου το πρόβλημα είναι εντονότερο. Παράλληλα, η αξιοποίηση των βρώσιμων ξενικών ειδών μετατρέπει το πρόβλημα σε ευκαιρία: η προώθηση της κατανάλωσης λεοντόψαρου και αγριόσαλπας δημιουργεί αγορά, ενώ η αγριόσαλπα μπορεί ακόμη και να συγκαλλιεργηθεί με άλλα ψάρια. Τέλος, η ενημέρωση του κοινού για τον κίνδυνο των τοξινών και για τον σωστό χειρισμό σε περίπτωση δαγκώματος είναι απαραίτητη, ώστε ο φόβος να μετατραπεί σε γνώση.
Για τα δάση:
Η δασολογική κοινότητα τονίζει ότι τα προσβεβλημένα δέντρα πρέπει να απομακρύνονται και να αποφλοιώνονται έγκαιρα, ώστε να μην πολλαπλασιαστούν τα σκαθάρια και να μην προσβάλουν τα υγιή δέντρα. Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση των δασών για έγκαιρη ανίχνευση των εστιών, καθώς και η εξασφάλιση επαρκών πόρων και συντονισμένων παρεμβάσεων από τις περιφερειακές δασικές υπηρεσίες. Ενθαρρυντικό είναι ότι τα μεσογειακά οικοσυστήματα διαθέτουν μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης, όπως επισημαίνει ο δασικός κλιματολόγος Νίκος Μάρκος, αν και η αποκατάσταση μπορεί να απαιτήσει αρκετά χρόνια.
Και για τα δύο:
Πέρα από τα επιμέρους μέτρα, η ρίζα του προβλήματος παραμένει κοινή. Χωρίς ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και χωρίς πολιτικές προσαρμογής στην κλιματική κρίση, τόσο η θάλασσα όσο και τα δάση θα συνεχίσουν να μεταβάλλονται. Η Ελλάδα, με τα 16.000 χιλιόμετρα ακτών και τα μοναδικά ορεινά της οικοσυστήματα, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής. Το πώς θα αντιδράσει σήμερα θα κρίνει τι θα κληρονομήσουμε αύριο.
Πηγές: Καθημερινή, Reader, EGU Cryosphere