Οι χιονούρες που επιμένουν στην καρδιά του καλοκαιριού

Στις αρχές Ιουλίου, εκτεταμένες χιονούρες παρέμεναν ακόμη στον Σμόλικα, στα Τζουμέρκα και στην Τύμφη, δημιουργώντας εικόνες ασυνήθιστες για όσους έχουν συνδέσει την Ελλάδα αποκλειστικά με το θερμό και ξηρό καλοκαίρι.

Πρόκειται για παχιές συσσωρεύσεις χιονιού σε χαράδρες, κοιλώματα και υπήνεμες πλαγιές. Εκεί ο άνεμος και οι χιονοστιβάδες συγκεντρώνουν τον χειμώνα μεγάλες ποσότητες, οι οποίες προστατεύονται στη συνέχεια από τη σκιά και τη μικρότερη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Στον Όλυμπο, λόγω του μεγαλύτερου υψομέτρου και των βαθιών, προστατευμένων λεκανών του, διατηρούνται συνήθως οι μεγαλύτερες και μακροβιότερες χιονούρες της χώρας.

Χιονούρα στον Σμόλικα, το Σάββατο 11 Ιουλίου 2026. Φωτογραφία του Μιχάλη Βακάρου. 

Ο χειμώνας 2025–2026 ήταν ο δεύτερος θερμότερος στην Ελλάδα τουλάχιστον από το 1960 και η συνολική χιονοκάλυψη κινήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όμως βρίσκουμε ακόμη χιόνι στα ορεινά στην καρδιά του καλοκαιριού. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο σχετικά ψυχρός Μάιος, με την ακραία ψυχρή εισβολή των πρώτων ημερών του μήνα να προκαλεί αξιόλογες χιονοπτώσεις στα ορεινά. Η όψιμη αυτή χιονόπτωση και η έλλειψη σοβαρού επεισοδίου ζέστης τον Ιούνιο, καθυστέρησε την τήξη.

Χιονούρα στα Τζουμέρκα, το Σάββατο 11 Ιουλίου 2026. Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καντά. 

Για τους υδροφορείς της Πίνδου, οι χιονούρες είναι εξαιρετικά σημαντικές. Καθώς λιώνουν σταδιακά, ένα μέρος του νερού διηθείται στα πετρώματα, ενώ ένα άλλο τροφοδοτεί πηγές, ρέματα και το έδαφος μέσα στην ξηρότερη περίοδο. Η ποσότητά τους δεν αρκεί για να αναπληρώσει τα αποθέματα ενός ολόκληρου ορεινού όγκου, αλλά ο χρονισμός της παροχής τους είναι ιδιαίτερα πολύτιμος.

Χιονούρα στην Τύμφη, το Σάββατο 4 Ιουλίου 2026. Φωτογραφία του Γιάννη Κώτση. 

Γύρω τους σχηματίζονται και επιβιώνουν ψυχρόφιλα φυτά και μικροί οργανισμοί, ενώ η καθυστερημένη τήξη παρατείνει τις ανθοφορίες και προσφέρει νερό στην ορεινή πανίδα. Είναι μικρά καταφύγια βιοποικιλότητας, αλλά και ευαίσθητοι δείκτες της κλιματικής αλλαγής: η χιονοκάλυψη στα υψηλότερα ελληνικά βουνά έχει μειωθεί περίπου κατά 58% τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Η πραγματική σημασία των χιονουρών δεν κρίνεται μόνο από την έκτασή τους τον Ιούλιο, αλλά κυρίως από το αν θα αντέξουν μέχρι το τέλος της περιόδου τήξης. Στο παρελθόν, σε βαθιές και σκιερές κοιλότητες του Ολύμπου, της Τύμφης και του Σμόλικα, χιονούρες μπορούσαν να παραμένουν μέχρι τις πρώτες φθινοπωρινές χιονοπτώσεις, χωρίς να προλαβαίνουν να λιώσουν εντελώς. Στον Όλυμπο, μόνιμα χιονοπέδια και υπολείμματα πάγου επιβίωναν στα Μεγάλα Καζάνια σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Σήμερα, όμως, ακόμη και στις υψηλότερες κορυφές, η πλήρης τήξη μέσα στον Αύγουστο έχει γίνει πολύ συχνότερη, ενώ η διατήρηση χιονιού μέχρι το φθινόπωρο αποτελεί πλέον εξαίρεση. Αυτή η μετάβαση από τις σχεδόν μόνιμες στις εποχικές χιονούρες είναι ένας από τους πιο απτούς δείκτες της θέρμανσης των ελληνικών βουνών.