Κάθε μεγάλη δασική πυρκαγιά στην Ελλάδα συνοδεύεται από την ίδια αντιπαράθεση. Από τη μία, ακούγεται ο ισχυρισμός ότι «τα δάση καίγονται για να μπουν ανεμογεννήτριες». Από την άλλη, προβάλλεται η θέση ότι οι ανεμογεννήτριες και οι υποδομές τους δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις πυρκαγιές. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι προβληματικές.
Ο πρώτος ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οργανώνονται εμπρησμοί με σκοπό την εγκατάσταση αιολικών πάρκων. Επιπλέον, η ελληνική νομοθεσία δεν επιτρέπει την αλλαγή χρήσης μιας δασικής έκτασης μόνο και μόνο επειδή αυτή κάηκε. Η αναπαραγωγή τέτοιων θεωριών αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά αίτια των πυρκαγιών και δυσκολεύει έναν σοβαρό δημόσιο διάλογο.
Από την άλλη πλευρά, όμως, εξίσου λανθασμένη είναι η άποψη ότι η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών μέσα σε ορεινά και δασικά οικοσυστήματα δεν δημιουργεί νέους κινδύνους. Ένα αιολικό πάρκο δεν αποτελείται μόνο από ανεμογεννήτριες. Συνοδεύεται από οδικό δίκτυο, υποσταθμούς, μετασχηματιστές και, κυρίως, γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Διεθνώς, οι εναέριες γραμμές μεταφοράς αναγνωρίζονται ως πιθανή πηγή έναρξης δασικών πυρκαγιών όταν παρουσιαστούν τεχνικές αστοχίες, επαφές αγωγών ή σπινθηρισμοί υπό συνθήκες ισχυρού ανέμου και εξαιρετικά ξηρής βλάστησης.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα τελευταία χρόνια αρκετές μεγάλες πυρκαγιές έχουν συνδεθεί ή διερευνώνται σε σχέση με ηλεκτρικά δίκτυα. Η πιο πρόσφατη περίπτωση στη Βοιωτία, όπου σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας εξετάζεται ως σημείο έναρξης ιδιωτικό δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που εξυπηρετούσε αιολικό πάρκο, υπενθυμίζει ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό αλλά αφορά τη διαχείριση πραγματικών κινδύνων.
Η κλιματική αλλαγή κάνει τις πυρκαγιές πιο εύκολες στην εκδήλωση και πολύ πιο δύσκολες στον έλεγχο. Όμως οι περισσότερες πυρκαγιές στη Μεσόγειο εξακολουθούν να ξεκινούν από ανθρώπινες δραστηριότητες ή τεχνικές υποδομές. Επομένως, όσο αυξάνεται η παρουσία υποδομών μέσα σε φυσικά οικοσυστήματα, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η απαίτηση για πρόληψη, συντήρηση και συνεχή έλεγχο.
Η ενεργειακή μετάβαση είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε έργο ΑΠΕ είναι αυτομάτως περιβαλλοντικά άψογο. Ο σχεδιασμός του πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που αποφεύγονται, αλλά και τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στον κατακερματισμό των οικοσυστημάτων και στον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στα δάση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Είναι να σχεδιάσουμε μια ενεργειακή μετάβαση που να προστατεύει και τα δύο.
Η Ευρώπη θα κατασκευάσει τα επόμενα χρόνια χιλιάδες χιλιόμετρα νέων γραμμών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ελλάδα θα αποτελέσει μέρος αυτής της προσπάθειας. Γι’ αυτό το πραγματικό δίλημμα δεν είναι “ανεμογεννήτριες ή δάση”. Είναι αν τα νέα ενεργειακά δίκτυα θα σχεδιαστούν με τις προδιαγραφές που απαιτεί το νέο πυρομετεωρολογικό καθεστώς της Μεσογείου. Αν η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων δεν συνοδευτεί από αυστηρότερες απαιτήσεις πυροπροστασίας, τότε κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε νέες εστίες κινδύνου μέσα στα ίδια οικοσυστήματα που η ενεργειακή μετάβαση φιλοδοξεί να προστατεύσει.